Κριτική του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου για τις “Παναγιές Ελένες” του Γ. Ψάλτη

Το χρονικό μιας εσωτερικής μεταστροφής

Η καινούργια ποιητική συλλογή του Γιώργου Ψάλτη

Γράφει ο ποιητής Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

Γιώργος Ψάλτης, Παναγιές Ελένες, εκδ. Ίκαρος

Παναγιές Ελένες,
Ίκαρος 2014

Μπορεί να ξαναγράψει, να ανασυνθέσει κανείς την προσωπική του ιστορία; Να την απεξαρτήσει από τις κυρίαρχες, κάποτε συνθλιπτικές τής προσωπικότητας, ψευδεπίγραφες και άνωθεν επιβαλλόμενες ανάγκες και αλήθειες, να τη βιώσει και, βιώνοντάς την, να την επανεγγράψει, υπακούοντας στις επιταγές του σώματος και του πνεύματός του; Και αν ναι, αν πράγματι μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο, ποια είναι τα υλικά που θα χρειαστεί και ποιες περίοδοι της ζωής του θα τον συνδράμουν σ’ αυτό το δύσκολο, ίσως και οδυνηρό εγχείρημά του; Αυτά ήταν μερικά μόνο από τα ερωτήματα που αισθάνθηκα να αιωρούνται ενόσω διάβαζα τα ποιήματα της τρίτης ποιητικής συλλογής (η πρώτη, «Επιστροφή στην ενιαία χώρα», εκδόθηκε το 2008) του Γιώργου Ψάλτη και, μάλιστα, τολμώ να μιλήσω για ένα παράδοξο, αφού τα ερωτήματα αυτά δεν απαιτούσαν απάντηση· ήταν απαντημένα, προέκυπταν μέσα από τις διάσπαρτες στα ποιήματα, άλλοτε φανερές και άλλοτε μισοκρυμμένες, απαντήσεις τους.

Οι «Παναγιές Ελένες» είναι ένα συνθετικό ποίημα, χωρισμένο σε δεκαεφτά επιμέρους ποιήματα, με διαφορετικό θεματικό πυρήνα το καθένα, που όλα μαζί ωστόσο συνθέτουν ένα ιδιότυπο, ολισθηρό σκηνικό, στις ακαθόριστες διαστάσεις του οποίου συντελείται το δράμα ενός ανθρώπου που, με όλες τις δυνάμεις του και αντί οποιουδήποτε τιμήματος, προσπαθεί να ανασυνθέσει την προσωπική του ιστορία, αποσκορακίζοντάς την από αλλότρια και αλλοτριωτικά του αληθινού του προσώπου στοιχεία. Διεξάγεται, θα ήταν ίσως σωστότερο να πω, ο αιματηρός εσωτερικός αγώνας ενός ανθρώπου, προκειμένου να απαγκιστρωθεί και, συνάμα, να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους για την ανάγκη απαγκίστρωσης, από την ως τώρα χωρίς νόημα ζωή του, τη βυθισμένη στη χαμέρπεια της συγκατάβασης· προκειμένου να διεκδικήσει και να περιφρουρήσει την αυτεξουσιότητά του, διατηρώντας από τα περασμένα μόνο όσα θεωρεί πολύτιμα τιμαλφή της ψυχής του, ικανά να τον συντροφεύσουν στη μοναχική πορεία του προς την αυτογνωσία.

Αλλά τα ποιήματα που συνθέτουν το εν λόγω ποίημα δεν είναι απλώς το σκηνικό στο πλαίσιο του οποίου συντελείται το δράμα της εσωτερικής μεταστροφής του ποιητικού υποκειμένου. Αποτελούν και τους αψευδείς μάρτυρες πτυχών-φάσεων του τελετουργικού αυτής της μεταστροφής· το καθένα απ’ αυτά είναι το έκτυπο, η εγχάρακτη απόδειξη της πορείας του ποιητή προς τη μοναδική, τόσο κοντινή κι όμως τόσο απόμακρη, σχεδόν ξεχασμένη μέσα στην τύρβη της καθημερινότητας, πατρίδα που είναι το σώμα του, προς το οποίο τώρα τείνει, επαναπροσδιορίζοντας σχέσεις, συγγένειες και γειτνιάσεις, ανακαλύπτοντας λησμονημένες λειτουργίες του, επικαλυμμένες από τα λέπια της συνήθειας και τα ελώδη ύδατα του ναρκωμένου χρόνου. Για να μιλήσω με εικόνες –όπως και ο ποιητής, εξάλλου, συχνά καταφεύγει σε εικόνες, προκειμένου να συγκεκριμενοποιήσει τις προθέσεις και τα ποιητικά του οράματα–, το κάθε ποίημα της συλλογής είναι και μια νησίδα ασφαλείας στην αγωνιώδη προσπάθειά του να διασχίσει γυμνός τη χαώδη απόσταση προς τον αληθινό εαυτό του, απεκδυόμενος σχήματα και προσχήματα, απεμπολώντας πραγματικές και νομιζόμενες ασφάλειες, αναθεωρώντας και ψαύοντας εξ αρχής πτυχές της ζωής του, έχοντας καταργήσει οριστικά την έννοια του αυτονόητου.

Αυτοσαρκαζόμενος σαρκάζει και ειρωνεύεται την ευτυχία ή, καλύτερα, αυτό που οι άλλοι θεωρούν ευτυχία, γνωρίζοντας καλά ότι η πάση θυσία επιδίωξή της και, βέβαια, η κατάκτησή της συνεπάγονται την τυφλή αποδοχή τρόπων που απάδουν προς την πραγματική φύση του ανθρώπου, αφού βασίζεται και υποστηρίζεται από μηχανισμούς που απερίφραστα αποσκοπούν στην άμβλυνση και στην καταπίεση των ενστίκτων κι ακόμη, περιφρονούν την παντού υφέρπουσα ομορφιά. Χλευάζει, άλλοτε με θυμό και άλλοτε με οδύνη, πατροπαράδοτες έννοιες και αρχές, όπως λ.χ. την «αξιοπρέπεια», την οποία οραματίζεται απαλλαγμένη από το «πρέπει», ώστε να ξαναγίνει αρετή, ή τον ενδυματολογικά προσδιοριζόμενο καθωσπρεπισμό, τον οποίο συνδέει με μια χωρίς ουσιαστικό έρεισμα κοινωνική εξουσία, διεκδικώντας μια απολύτως δική του καθημερινότητα, που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές και όχι στις επίπλαστες ανάγκες του. Ακόμη και η φιλοσοφία αδυνατεί να στέρξει τον άνθρωπο στην αντιμετώπιση καίριων υπαρξιακών προβλημάτων του· στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα μεγαλοπρεπές μαυσωλείο, ένα σπίτι ψυχρό και, εντέλει, ακατοίκητο. Κι έτσι, σαν σε απόγνωση, αναζητεί τη βοήθεια του λόγου, αλλά του λόγου με το μεγάλο Λάμδα, που προοιωνίζεται την τιμωρό παρουσία του Θεού και το ξέπλυμα της αμαρτίας διά της αμαρτίας, σύμφωνα δηλαδή με την αληθινή και διαρκώς δοκιμαζόμενη φύση του ανθρώπου.

Μόνος, στη μέση της ζωής του, στο περιβαλλόμενο από το ρέοντα χρόνο ακίνητο σημείο, εκεί όπου καταστάσεις, πρόσωπα και πράγματα, απαλλαγμένα από το χρονικό τους περίβλημα, συνωθούνται σε ένα χωρίς όρια, επίβουλο, παρόν, πανταχόθεν εκτεθειμένο σε ριπές της μνήμης, ήχους, απόηχους και οσμές των περασμένων· με όλα να υπενθυμίζουν την αέναη επανάληψη, τους τελετουργικά επαναλαμβανόμενους κύκλους της ζωής και τη ματαιότητα, επικαλείται τον βιβλικό Εκκλησιαστή στην ελιοτική εκδοχή του και προσμετρά το βίο του απαλλαγμένος από το φόβο του θανάτου, αφού το ξέρει ότι αυτός, ο θάνατος, αποτελεί την κοινή μοίρα όλων των επίγειων οργανισμών. Κι έτσι, μόνος, συντάσσει το χρονικό της οδυνηρής πλην πνευματικά εύκαρπης μεταστροφής του από το φαίνεσθαι στο είναι, από το πριν στο εδώ και τώρα, ενεργοποιώντας όλα τα μέσα που διαθέτει και κυρίως τη μνήμη· αναπτύσσοντας μία ιδιότυπη μνημοτεχνική, που του επιτρέπει ενδιαφέροντες συσχετισμούς εκδοχών της προσωπικής του ιστορίας με την Ιστορία και δραστικούς ποιητικά συνειρμούς που εκμεταλλεύεται και χρησιμοποιεί ως οχήματα μετάβασής του σε περιόδους, συμβάντα και καταστάσεις που αισθάνεται ότι διαδραμάτισαν βαρύνοντα ρόλο στη διαμόρφωση του ψυχισμού του: Στην παιδική του ηλικία, καθώς και σε πρόσωπα που, το καθένα με τον τρόπο του, πρωταγωνίστησε κατά τη διάρκειά της· σε έρωτες που αργά ή γρήγορα καταποντίστηκαν στις συμπληγάδες της ανάλγητης πραγματικότητας και στα πελάγη της ασυνεννοησίας, αφήνοντας τα σώματα απομεινάρια μιας αλλοτινής φλόγας· σε τυχαία συναπαντήματα, αγγίγματα και ακούσματα, ενδεικτικά ή αποδεικτικά του διάφανου ναρκωτικού σεντονιού που σκεπάζει τον παραδομένο στο εφήμερο και στην πλάνη του κόσμο, σ’ αυτό το θύμα της συνομάδωσης και των ποικίλων σκοτεινών ή φανερών μηχανισμών που εν ονόματι του πολιτισμού πολτοποιούν και παράγουν κοινωνικά απόβλητα.

 Κι όλ’ αυτά με ένα λόγο με εναλλασσόμενη ένταση και αυξομειούμενη συγκινησιακή φόρτιση, ανάλογα με το έναυσμα, την πρόθεση και την κατεύθυνση, ανάλογα με τις διακυμάνσεις του συναισθήματος και των υπαρξιακής υφής ενοχών που μοιάζει να ταλανίζουν το ποιητικό υποκείμενο, ανάλογα με το βαθμό της ρήξης που το τελευταίο αισθάνεται να έχει δημιουργηθεί ανάμεσα σ’ αυτό που υπήρξε και σ’ αυτό που είναι ή που θέλει να γίνει.

Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice στις 18 Ιουνίου 2014