Κριτική της Αγγελικής Λάλου για το “Εσένα” του Γ. Ψάλτη

Έρωτας γένους αρσενικού
Η νέα ποιητική σύνθεση του Γιώργου Κ. Ψάλτη –που μόλις κυκλοφόρησε– θεωρώ ότι θα προκαλέσει αίσθηση. Δεν πρόκειται για μια συλλογή ποιημάτων, αλλά για μια ποιητική μορφή μονολόγου, θα τολμούσα να πω. Μια εξομολόγηση ως επί το πλείστον στις μικρές ώρες της νύχτας. Τις ώρες της αγρύπνιας, της μοναξιάς, που ο ποιητής συνηθίζει να αναμετράται με τον εαυτό και την τέχνη του. Την πρώτη φορά που συναντάμε τον ποιητή-ομιλητή είναι τον Απρίλιο («Απρίλιος δίνω τη ζέστη μου»), σκηνικό το μπαλκόνι («καθόμαστε στο μπαλκόνι / σκοτάδι σιγή και ο κόλπος»), και το δεύτερο πρόσωπο εκεί ήδη «εκείνη γυμνή στο πεζούλι». Μέσα στους εναρκτήριους τέσσερις στίχους έχουμε όλες τις βασικές πληροφορίες πάνω στις οποίες με μικρές παραλλαγές θα εξελιχθεί η πλοκή της ιστορίας. Καθώς πράγματι πρόκειται στις σελίδες που ακολουθούν να ξεδιπλωθεί μια ιστορία, με αρχή και τέλος, με πλοκή, με ανατροπές και ψυχολογικές διακυμάνσεις. Μια ερωτική ιστορία για την ακρίβεια. Μια ερωτική ιστορία απαλλαγμένη από ψεύτικους ρομαντισμούς. Με όρους και λέξεις του σήμερα, αλλά κουβαλώντας τη δυναμική όλων των αιώνων που προηγήθηκαν. Η αέναη πάλη των φύλων. Η αγωνία για το σμίξιμο. Από αρχής του κόσμου. Με τον Αδάμ και την Εύα, αλλά και το φίδι πειρασμό να κουλουριάζεται στα πόδια τους, να αγρυπνά, να αναμοχλεύει πόθους. Ακολουθεί η ανατομία του ερωτικού πόθου. Το πώς γεννιέται, από τις λέξεις, τα βλέμματα. Πώς ενσαρκώνεται και γίνεται αίμα, αποκτά μέλη, γίνεται σώμα, σε άλλο σώμα, χύνει και χύνεται. Μέχρι τον Οκτώβριο όταν και σταματάει η αφήγηση-ιστορία του ποιητή. Το σκηνικό δεν αλλάζει ιδιαίτερα, από το μπαλκόνι, στο σπίτι και το πολύ ως στη θάλασσα, με τον κόλπο ως θέα αλλά και ως έννοια μεταφορική να παίζει το ρόλο του και να εμφανίζεται συχνά στο λεκτικό περιβάλλον.

Εσένα
Ίκαρος 2017

Τα πρόσωπα της ιστορίας ωστόσο –παρόλο που μένουν ίδια, η φωνή του ποιητή και ο δέκτης αυτής της φωνής, η «Εσένα»– ζουν τις μεταμορφώσεις τους. Πέρα από τη γνωστή εναλλαγή ρόλων θύτη-θύματος, καθώς κάθε έρωτας ενέχει μέσα του το σπαραγμό ενός φονικού, έστω ως συμβολική πράξη. Ο ποιητής αντιπροσωπεύει στο λόγο του όλο το ανδρικό γένος. Θα περάσει απ’ όλες τις ηλικίες. Θα εμφανιστεί, νήπιο, παιδί, έφηβος, άντρας. Θα ανδρωθεί μέσω του έρωτα. Θα ενηλικιωθεί μέσω του έρωτα. Θα κονταροχτυπηθεί με το είδωλο του πατέρα – όχι του δικού του πατέρα ωστόσο. Θα πληγωθεί και θα πληγώσει. Και θα προσπαθεί μονίμως να συμφιλιωθεί με την απώλεια, με τη μοναξιά, με τη φθορά και την παραμόρφωση του έρωτα. Αφού πρώτα ενσαρκώσει στο πρόσωπό του όλα τα αρχέτυπα και τα στερεότυπα του φύλου του. Πάνω απ’ όλα θα προσπαθεί να επιβιώσει του πόνου που φέρει ο σπόρος του έρωτα: «ξέρω τον πόνο της / έχω τον ίδιο», «Η καύλα γίνεται κραυγή / δυο φλόγες θλιμμένες / στη σκόρπια νύχτα», «Όλος ο πόνος μου / οι μέρες μετράνε από τις νύχτες», «ο πόνος στην ησυχία / είναι η μοναξιά», «Αυτός είναι ο έρωτας / πονάει η καρδιά μου / γιατί φοβάμαι;», «πονάω και γράφω / το ξέρει το ξέρω» «ο πόνος που ήρθε / μαζί μου θα μένει», «μου λείπει τρελά / ο πόνος της γίνομαι», «Συγγνώμη στους πόνους που φύλαξα», «Τόση θλίψη γυμνή / σε δύο μάτια που κλαίνε / τέτοιος πόνος σκυφτός / σε δύο κόρες που φταίνε», «Ο πόνος που φέρνει / στα μάτια τη θλίψη», «Όλος ο πόνος είναι το χώμα / κι η ελπίδα είναι ο σπόρος», «τι κι αν μεγάλωσα / μένει ο πόνος μου / τι κι αν αγάπησα / φταίει η ελπίδα». Γιατί ο έρωτας εκτός από πόνος είναι και ελπίδα.

Ας δούμε όμως τώρα «εκείνη» τη θηλυκή εκδοχή του «Εσένα». Το «αγγέλι μου», την «πανεμορφιά», αιώνια κορίτσι: «μ’ έπιασε και μ’ έβαλε μέσα της, ο κόσμος ησύχασε», «όμως εκείνη σκέφτομαι / καμία σχέση με αφή / ήχους μυρωδιά γεύση / πανεμορφιά της», «άσε με να μείνω πλάι της / ν’ ακούω την αναπνοή της / όλα που θέλησα είναι εδώ / γίνομαι η σιωπή της», «Σ’ αυτήν έσβησα κάθε άλλη γυναίκα / είναι η μία / τόσο πολύ / ώστε χρειάζομαι να μην την έχω», «είναι η γλύκα μου / είναι ο έρωτας / η ηδονή», «Εσένα που δεν θέλω να χάσω / εσένα διαλέγω». Δίνει μορφή σε όλες τις γυναίκες, τις ερωμένες, τις μητέρες, τις πόρνες, τις αγίες. Το ιερό και το άγιο, το παρθένο και το αγοραίο, το αγνό και το χυδαίο. Φοράει κατάσαρκα τον έρωτα, τη λαγνεία, τον πειρασμό, την ηδονή, την ευτυχία και τον κοινωνεί από γενιά σε γενιά, μέσω της αρχέγονης μήτρας της.

Από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο ζούμε τις μεταμορφώσεις και τις εναλλαγές του εγώ σε εσύ, του άνδρα σε γυναίκα –όπου θα παρελάσουν οι ρόλοι του/της συζύγου, των γονιών, των φίλων, των εραστών–, του «μαζί» σε «χωρίς», του έρωτα σε πόθο, καύλα, ηδονή, πληγή, θυμό, πόνο, ελπίδα. Σε έναν λόγο χωρίς ανάσα. Σαν τραγούδι, σαν παράπονο, σαν λυγμό, σαν κραυγή, σαν ψίθυρο. Το φεγγάρι να γεμίζει και να αδειάζει, θεατής και προβολέας. Με τους γλάρους να δίνουν το στίγμα τους. Με τα έντομα να διακόπτουν για λίγο τη σκέψη του ποιητή. Με τις νύχτες να εναλλάσσονται με μέρες. Με στιγμές. Να μένουν μόνο οι στιγμές. Αυτές αντέχουν. Όσες αντέχουν.

Ο λόγος του ποιητή δεν φοβάται να χρησιμοποιήσει όλο το εύρος των λέξεων που έχει ο έρωτας στο λεξιλόγιό του, δεν ωραιοποιεί, αλλά δεν χυδαιολογεί, καθώς δεν υπάρχει κάτι χυδαίο στον έρωτα. Μεστή ποίηση, με ρυθμό που σε παρασέρνει, διεισδύει στο μυαλό, στην ψυχή, στην καρδιά, στο σώμα του ποιητή. Μας ανοίγει μια μυστική πόρτα για το άδυτο της ποιητικής τέχνης, καθώς όλη η σύνθεση δουλεύεται αργά κι εμείς μυστικά παρακολουθούμε όλη τη διαδικασία της συγγραφής και βλέπουμε μπροστά μας τη μάχη που δίνει ο ποιητής με τους δαίμονες και τους αγγέλους του – ευτυχώς μέχρι στιγμής η έκβαση είναι η θετική για τον ίδιο, κι η ποίηση κέρδισε άλλη μια νίκη.

Αγγελική Λάλου
Δημοσιεύτηκε στο Fractal στις 15 Νοεμβρίου 2017

Έρωτας γένους αρσενικού