Κριτική του Στέφανου Τσιτσόπουλου για το “Εσένα” του Γ. Ψάλτη

Η ερωτική ποίηση του Γιώργου Κ. Ψάλτη

Θλιμμένες γυναίκες / ο κήπος που φύσηξα / τριαντάφυλλα στάνταρ μ’ αγκάθια». Με τη μία. Φόρα παρτίδα, κοφτά, με μερικά κενά μόνο να χωρίζουν αυτό το μάντρα, αν και αποκαλώ το «Εσένα» μάντρα αυθαίρετα, με επιφύλαξη. Ένα ποίημα προσευχή. Σε μια γυναίκα. Που όμως μέσα του τις εμπεριέχει όλες. Άγιες πόρνες και άσπιλες Μαντόνες, περιστασιακές ερωμένες μα και μια αγάπη μοναδική.

Και πάει πιο βαθιά: μάνες, γιαγιάδες, «πρώτες ερωμένες» – τραύματα καθοριστικά. «Κορίτσι κι αγόρι / φιλιούνται αγγίζονται πηδιούνται / γαμιούνται κάνουν έρωτα / νιώθουν ασφάλεια / μιλούν παιδικά / όμως φοβούνται / απαντούν αυστηρά». Αποφεύγοντας τη στίξη, για να μη διακοπεί το παραλήρημα, αφού λέξεις και εικόνες εκφέρονται-καταγράφονται σαν ψυχαναλυτική διαδικασία-εξομολόγηση με αίσθηση κατεπείγοντος, ο Ψάλτης στήνει μια αδιαμφισβήτητα καταιγιστική δραματουργία συναισθημάτων που λίγο νοιάζονται για τον έμμετρο ή τον τυχόντα κανόνα. Μαγκιά του αυτό: φτάνει στην ποίηση κινηματογραφικά και σχεδόν αντιποιητικά. «Έχυνε ξανάχυνε / σπίτι μου το μουνί της / τέτοια ηδονή παρθενική / πρώτη φορά είχα νιώσει».

Το «Εσένα» είναι γεμάτο υγρά, ρεύσεις, σωματικές εκκρίσεις, καύλες. Και την ίδια στιγμή, τέρμα μοναξιά. «Όλα ισχύουν όπως δεν έχουν συμβεί. / Για μένα». Ανείπωτη, απερίγραπτη μοναξιά, πόνος βαθύς, για το παρελθόν, για το παρόν, πόνος και μοναξιά που ρουφάνε το μέλλον, άσχετα αν κάποιες στιγμές η πλήρωση και το γέμισμα από την αγάπη και τη θωπεία, τα φιλιά και το σμίξιμο, παλεύουν να μπαζώσουν με χρώμα το μαύρο. «Την κρίσιμη στιγμή / θυμόμαστε κουτσά παρελθόντα. / Και μένουμε σ’ αυτά. / Εμείς που θέλουμε / να είμαστε ευτυχισμένοι».

Εσκεμμένα, νομίζω, ο Ψάλτης επιτελεί μια ποίηση ερωτική, με μια χημεία λέξεων όπου ο άντρας και η γυναίκα/γυναίκες που πρωταγωνιστούν τελούν σε πλήρη συναισθηματικό θρυμματισμό: η αγάπη τούς κάνει κομμάτια, μοιάζει να μην την αντέχουν. Κι ας περιγράφει ο Ψάλτης ειδυλλιακά, στο λίγο του τόπου που συμβαίνουν όλα αυτά. Αφήνει από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας να ακούγονται θάλασσα και καΐκια. Κάθε άλλο παρά ρομαντική ή ψευδολυρική είναι η ποίηση του «Εσένα». Έξω πιθανόν να κάνει άνοιξη και καλοκαίρι. «Νά τοι πάλι οι γλάροι / έρχονται στο λιμάνι / τους ακούω που κράζουν / δεν ξέρω τι λένε / μάλλον για φαΐ ή πώς πετάνε. / Ίσως τσακώνονται / ίσως δεν σκέφτονται / ίσως είναι ένστικτα / που εξελίσσονται στους αιώνες. / Σμήνος που δεν το συμφέρει να σκορπίσει».

Κρατήστε αυτό: ξεκινά παραληρηματικά έναν Απρίλη,«Ήρθε και με κοίταξε και είπε/ “Χρειάζομαι βενζινάδικο / δεν έχω αρκετή βενζίνη να γυρίσω”», και τελειώνει τον Οκτώβριο, «αρχή που τελειώνει / στιγμή που προσμένει / ψάρι που σέρνεται / σε χώμα που καίει / μυρωδιά που στιλπνή / ισχύει ως η μνήμη». Και στο ενδιάμεσο των εποχών που εξελίσσεται το «Εσένα», μοιάζει να ξετυλίγεται συμπυκνωμένα όλο το ημερολόγιο του αυτός, αυτή και… η αγάπη.

Στέφανος Τσιτσόπουλος
Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice στις 11 Ιανουαρίου 2018